Графични страници
PDF файл


Dear is the memory of our wedded lives,
And dear the last embraces of our wives,
And their warm tears, but all hath suffered change
For surely now our household hearths are cold;
Our sons inherit us; our looks are strange ;
And we should come like ghosts to trouble joy;
Or else the island princes over bold
Have eat our substance, and the minstrel sings
Before them of the ten years' war in Troy,
And our great deeds as half-forgotten things.
Is there confusion in the little isle ?
Let what is broken so remain.
The gods are hard to reconcile,
'Tis hard to settle order once again.


Τών δ' όστις λωτοιο φάγοι μελιηδέα καρπόν,
ουκέτ' απαγγείλαι πάλιν ήθελεν, ουδε νέεσθαι.

Και δη φιλούμεν νυμφίου μνείαν λέχους,
και των δαμάρτων ύσταθ' ηδονήν έχει
ασπάσμαθ' ημίν και τα θερμά δάκρυα.
αλλ' ουδέν ημίν ου μετήλλακται χρόνω.
και γαρ πατρώαις εστίαις ουκ έστ' έτι
θάλπος τα δ' ημών νύν νέμουσιν οι τόκοι
και δεινόν ημών όμμα κάκτοπον δοκεί,
χώς φάσματάν φαινοίμεθ', άχθος ηδονής:
ή χοι κρατούντες γης αεί τολμήστατοι
ημών έτλησαν τον βίον βεβρωκέναι
ίσως δε καν μολπαϊσι τις πλάσσοι μέλη,
δεκετή πονούντα πόλεμον "Ιδαιον λέγων,
χημών τα κλείνα πράγμαθ' ώς λελησμένα.
αλλ' ει γάκόσμως ήδε γη ταράσσεται
είεν το θραυσθέν τοι μένειν ούτως δοκεί
χαλεπόν γαρ εστί τοι διαλλάσσειν θεούς
και δυσχερές τον κόσμον εξορθούν πάλιν.


The single and peculiar life is bound
With all the strength and armour of the mind
To keep itself from noyance; but much more
That spirit on whose weal depend and rest
The lives of many. The cease of majesty
Dies not alone ; but, like a gulf, doth draw
What's near it, with it: it is a massy wheel,
Fixed on the summit of a mighty mount,
To whose huge spokes ten thousand lesser things
Are mortised and adjoined; which, when it falls,
Each small annexment, petty consequence,
Attends the boisterous ruin; never alone
Did the king sigh, but with a general groan.


“Ο μεν καθ' αυτόν ίδιος εξάγων βίον
δώμη τε πάση και κατασκευή φρενών
νόσον τ' αμύνειν και βλάβην οφείλεται:
πολλώ δε μάλλον, όστις ευτυχής περ ών
πολλών κρεμαστούς εξ ενός φέρει βίους.
ού του τυράννους η ξόδος μονόστολος"
αλλ' ώστε δινή πάνθ' όσ' εστί πλησία,
έλκει συν αυτώ χώσπερεί τρόχος μέγας
έν υψιπύργω πηκτός εμφανώς όρει,
ου και χνόαις ελάσσον', ανάριθμον βάρος,
γόμφοις άραρεν, χούτος ήν πεσών τυχή,
τα φαύλ’ άμ' αυτώ πάντα συμπίτνει κάτω
δεινώς διαφθαρέντα και γαρ ου μόνος
στένει τύραννος, μη ουχί παγκοίνω γόω.


Whom thus the meagre shadow answered soon.
•Go whither fate and inclination strong
Leads thee, I shall not lag behind, nor err
The way, thou leading, such a scent I draw
Of carnage, prey innumerable, and taste
The savour of death from all things there that live :
Nor shall I to the work thou enterprisest
Be wanting, but afford thee equal aid.'
So saying, with delight he snuffed the smell
Of mortal change on earth. As when a flock
Of ravenous fowl, though many a league remote,
Against the day of battle, to a field,
Where armies lie encamped, come flying, lured
With scent of living carcases designed
For death, the following day, in bloody fight:
So scented the grim feature, and upturned
His nostril wide into the murky air,
Sagacious of his quarry from so far.

MILTON, P. L. x. 264.

[ocr errors]
« ПредишнаНапред »