Графични страници
PDF файл

The letter she devised : which being writ
And folded, “O sweet father, tender and true,
Deny me not,' she said — you never yet
Denied my fancies—this, however strange,
My latest; lay the letter in my hand
A little ere I die, and close the hand
Upon it; I shall guard it even in death.
And when the heat is gone from out my heart,
Then take the little bed on which I died
For Lancelot's love, and deck it like the Queen's
For richness, and me also like the Queen
In all I have of rich, and lay me on it.
And let there be prepared a chariot-bier
To take me to the river, and a barge
Be ready on the river, clothed in black.

go in state to court, to meet the Queen.
There surely I shall speak for mine own self,
And none of you can speak for me so well.
And therefore let our dumb old man alone
Go with me, he can steer and row, and he
Will guide me to that palace, to the doors.'
She ceased : her father promised ; whereupon
She grew so cheerful that they deem'd her death
Was rather in the fantasy than the blood.
But ten slow mornings past, and on the eleventh
Her father laid the letter in her hand,
And closed the hand upon it, and she died.
So that day there was dole in Astolat.

η δ' είπεν πατέρ συ φίλτατος γεγώς, μή νύν μ' απώσης, ουκ αποστραφείς λιτάς το πρόσθεν άτοπον όνθ' όμως δέχoυ πόθον τον ύστατον δή: δεί σε τάσδ' επιστολάς όταν παραστή θάνατος, ενδούναι χερί, ξυναρμόσαι τε χείρ', επεί σώζειν θέλω τηρείν τε και θανούσα, κάν στέρνοις όταν ψυχρoν το θάλπος ή βίου, σμικρόν λέχος λαβών ενώ το νύν φάος λείψω, φίλου τρέφουσέρωθΑιμώνος, ευ κόσμει καλούς ου της ανάσσης υστερούν αγάλμασιν, όσον θ' υπάρχει μ' ευ περιστείλας καλαΐς χλιδαϊς, ανάσση προσφερή, δος τω λέχει. στείλον τ' απήνην, ήτις είς ρόον νεκρόν εμόν κατάξει, και μελάμπεπλον σκάφος έτοιμον έστω, πρός γαρ αρχικούς δόμους σεμνήν υπάρχειν ευσταλή θ' οδόν πρέπει ξένη γ' ανάσσης είμι, και τουμόν δέμας φώνην άφωνον, ώς δοκεί, πέμψει καλώς. ή γλώσσα γαρ τω μάλλον εύγλωσσος λέγειν πάρεστιν υμών αντ' εμού και μόνον μεν ούν τον κωφόν ημών οικέτης οδού θέλω οπαδόν είναι κείνος οίακοστροφών άξει μ' ερέσσων τ' ες θύρας του δώματος.

Τοιαύτα φησί και πατήρ υπέσχετο δράσεις τάδ', η δε φαιδρόν έκφαίνει τάχα όμμ, ώστε μάλλον τους φίλους κυρεϊν δοκεί φάντασμα θανάτου θάνατος ή βίου φθορά: έπει δ' απέσβη δέκατον ηλίου φάος, τότέντίθησι γράμματεν κόρης χερί πατήρ, άκρούς τε χειρός έγκλείει κτένας. η δ' ούν μεθηκε πνεύμα, και πανήμερος ανίσταται κώκυτος εν πάση πόλει.


Dear is the memory of our wedded lives,
And dear the last embraces of our wives,
And their warm tears, but all hath suffered change
For surely now our household hearths are cold;
Our sons inherit us; our looks are strange ;
And we should come like ghosts to trouble joy;
Or else the island princes over bold
Have eat our substance, and the minstrel sings
Before them of the ten years' war in Troy,
And our great deeds as half-forgotten things.
Is there confusion in the little isle ?
Let what is broken so remain.
The gods are hard to reconcile,
"Tis hard to settle order once again.


Τών δ' όστις λωτοιο φάγοι μελιηδέα καρπόν,
ουκέτ' απαγγείλαι πάλιν ήθελεν, ουδε νέεσθαι.

Και δη φιλούμεν νυμφίου μνείαν λέχους,
και των δαμάρτων ύσταθ' ηδονήν έχει
ασπάσμαθ' ημίν και τα θερμά δάκρυα.
αλλ' ουδέν ημίν ου μετήλλακται χρόνω.
και γαρ πατρώαις εστίαις ουκ έστ' έτι
θάλπος: τα δ' ημών νύν νέμουσιν οι τόκοι
και δεινόν ημών όμμα κάκτοπον δοκεί,
χώς φάσματάν φαινοίμεθ', άχθος ηδονής:
ή χοι κρατούντες γης αεί τολμήστατοι
ημών έτλησαν τον βίον βεβρωκέναι
ίσως δε καν μολπαϊσι τις πλάσσοι μέλη,
δεκετή πονούντα πόλεμον "Ιδαιον λέγων,
χημών τα κλείνα πράγμαθ' ώς λελησμένα.
αλλ' ει γ' άκόσμως ήδε γη ταράσσεται
είεν το θραυσθέν τοι μένειν ούτως δοκεί
χαλεπόν γαρ εστί τοι διαλλάσσειν θεούς
και δυσχερές τον κόσμον εξορθούν πάλιν.


The single and peculiar life is bound
With all the strength and armour of the mind
To keep itself from noyance; but much more
That spirit on whose weal depend and rest
The lives of many. The cease of majesty
Dies not alone; but, like a gulf, doth draw
What's near it, with it: it is a massy wheel,
Fixed on the summit of a mighty mount,
To whose huge spokes ten thousand lesser things
Are mortised and adjoined; which, when it falls,
Each small annexment, petty consequence,
Attends the boisterous ruin; never alone
Did the king sigh, but with a general groan.


« ПредишнаНапред »