Графични страници
PDF файл
ePub
[merged small][ocr errors][merged small][merged small][merged small]

ELAINE.

Then spake the lily maid of Astolat;
Sweet father, all too faint and sick am I
For anger : these are slanders : never yet
Was noble man but made ignoble talk.
He makes no friend who never made a foe.
But now it is my glory to have loved
One peerless, without stain : so let me pass,
My father, howsoe'er I seem to you,
Not all unhappy, having loved God's best
And greatest, tho' my love had no return :
Yet, seeing you desire your child to live,
Thanks, but you work against your own desire
For if I could believe the things you say
I should but die the

sooner ;
wherefore

cease,
Sweet father, and bid call the ghostly man
Hither, and let me shrive me clean and die.'
So when the ghostly man had come and gone,
She with a face, bright as for sin forgiven,
Besought Lavaine to write as she devised
A letter, word for word; and when he ask'd
• Is it for Lancelot, is it for my dear lord ?

? Then will I bear it gladly;' she replied, · For Lancelot and the Queen and all the world, But I myself must bear it.' Then he wrote

[ocr errors][ocr errors][merged small]
[ocr errors]

Λευκώλενος δε τοιάδ' εννέπει κόρη
νόσω ξυνούσα μήνιν ουκ έχω, πατέρ
αλλ' έστι ταύτα λοιδόρημα παντελώς
τίς γαρ πεφυκώς χρηστος ου κλύει κακός ;
ότω γαρ άφιλος ούτις ήν ποτ', ουδέ πω
φίλος τίς έστιν· αλλ' εγώ λαμπρύνομαι
τοιουδ' ερασθείσ' ανδρός, ευσεβεστάτου
πάντων, φέροντος στέφανον ευκλείας καλόν.
συ δ' ούν μ' έασoν, ήτις ειμί σοι, πατέρ,
δυσδαίμον' έρρειν ου τα πάντα γ, ως ερώ
ανδρών αρίστου καίπερ αντερώντος ού.
νύν δ', oύνεκ' ου την παίδα κατθανείν θέλεις,
επήνεσ', αλλά δυσμαχείς τω σω πόθω
πίστιν γαρ αν διδούσα τοις εκ σου λόγοις
θασσόν γ' έθνησκον τοιγαρούν, φίλον κάρα,
τοιωνδε λήξας δεύρο τον σεμνόν κάλει,
ως άμπλακήμαθαγνίσασα κατθάνω.

Ιερεύς τε σεμνός προσμολών απώχετο
η δ' ώς απαλλαχθείσα των αμαρτιών
φαιδρώ προσώπων του κασιγνήτου λόγους
δείται γράφειν τιθέντος ουδέν ελλιπές
οίων φράσεις και τούδ' έρωτώντος· λέγε,
ή δεσπότη τη φιλτάτο τάδ' έγγράφω ;
εκών γαρ αν φέροιμι. δεσπότη τ', έφη,
και γης ανάσση κούτις εσθ' οτόπερ ού,
αυτήν δε δει φέρειν μ'. ο δ' έγγράψας άπερ
ύφηνε γράμματ, εν πτυχαίς σφραγίζεται.

The letter she devised: which being writ
And folded, 'O sweet father, tender and true,
Deny me not,' she said-' you never yet
Denied my fancies-this, however strange,
My latest; lay the letter in my hand
A little ere I die, and close the hand
Upon it; I shall guard it even in death.

And when the heat is gone from out my heart,

Then take the little bed on which I died

For Lancelot's love, and deck it like the Queen's
For richness, and me also like the Queen
In all I have of rich, and lay me on it.
And let there be prepared a chariot-bier
To take me to the river, and a barge

Be ready on the river, clothed in black.

I

go in state to court, to meet the Queen. There surely I shall speak for mine own self, And none of you can speak for me so well. And therefore let our dumb old man alone Go with me, he can steer and row, and he Will guide me to that palace, to the doors.' She ceased: her father promised; whereupon She grew so cheerful that they deem'd her death Was rather in the fantasy than the blood.

But ten slow mornings past, and on the eleventh Her father laid the letter in her hand,

And closed the hand upon it, and she died.
So that day there was dole in Astolat.

ή δ' είπεν· ώ πατέρ συ φίλτατος γεγώς, μή νύν μ' απώσης, ουκ αποστραφείς λιτάς το πρόσθεν άτοπον όνθ' όμως δέχoυ πόθον τον ύστατον δή: δει σε τάσδ' επιστολάς όταν παραστή θάνατος, ένδούναι χερί, ξυναρμόσαι τε χείρ', επεί σώζειν θέλω τηρείν τε και θανούσα, κάν στέρνους όταν ψυχρoν το θάλπος ή βίου, σμικρόν λέχος λαβών ενώ το νύν φάος λείψω, φίλου τρέφουσέρωθΑιμώνος, ευ κόσμει καλούς ου της ανάσσης υστερούν αγάλμασιν, όσον θ' υπάρχει μ' ευ περιστείλας καλας χλιδαϊς, ανάσση προσφερή, δος τω λέχει. στείλον τ' απήνην, ήτις είς ρόον νεκρόν εμόν κατάξει, και μελάμπεπλον σκάφος έτοιμον έστω, πρός γαρ αρχικούς δόμους σεμνήν υπάρχειν ευσταλή θ' οδόν πρέπει ξένη γ' ανάσσης είμι, και τουμόν δέμας φώνην άφωνον, ως δοκεί, πέμψει καλώς. ή γλώσσα γαρ τω μάλλον εύγλωσσος λέγειν πάρεστιν υμών αντ' εμού και μόνον μέν ούν τον κωφόν ημών οικέτης οδού θέλω οπαδόν είναι κείνος οίακοστροφών άξει μ' έρέσσων τ' ες θύρας του δώματος.

Τοιαύτα φησί και πατήρ υπέσχετο δράσεις τάδ', η δε φαιδρόν έκφαίνει τάχα όμμ, ώστε μάλλον τους φίλους κυρείν δοκεί φάντασμα θανάτου θάνατος ή βίου φθορά: έπει δ' απέσβη δέκατον ηλίου φάος, τότέντίθησι γράμματεν κόρης χερί πατήρ, άκρούς τε χειρός εγκλείει κτένας. η δ' ουν μεθηκε πνεύμα, και πανήμερος ανίσταται κώκυτος εν πάση πόλει.

« ПредишнаНапред »